Meaning of ζέον | Babel Free
Ορισμοί
Μικρό (μετάλλινο) δοχείο με το οποίο μεταφέρεται το ζέον ύδωρ (ζεστό νερό) που ο ιερέας αναμιγνύει με τον οίνο της θείας Kοινωνίας. H λειτουργική αυτή πράξη γίνεται σε ανάμνηση του θερμού αίματος και ύδατος που ανάβλυσε από την πλευρά του Eσταυρωμένου και παράλληλα συμβολίζει τη ζέση της πίστης, που οφείλει να έχει ο πιστός όταν κοινωνεί.
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.