HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ζάφτω | Babel Free

Verb CEFR B1

Ορισμοί

  1. ρίχνω, χτυπώ, αστράφτω, βαράω, κοπανάω
    dated
  2. πίνω υπερβολικά (κρασί, αλκοολούχα ποτά)
    dated, vulgar

Παραδείγματα

“Τότε ο Μενέλας βγάζοντας τη σπάθα, τη σηκώνει / και μιά του ζάφτει εκεί σπαθιά στου κράνου του το γρόμπο. (Ιλιάδα (Μετάφραση Πάλλη)/Γ)”
“ζάφτει σαν νεροφίδα”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ζάφτω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course