Meaning of ζάφτω | Babel Free
Ορισμοί
-
ρίχνω, χτυπώ, αστράφτω, βαράω, κοπανάω dated
-
πίνω υπερβολικά (κρασί, αλκοολούχα ποτά) dated, vulgar
Παραδείγματα
“Τότε ο Μενέλας βγάζοντας τη σπάθα, τη σηκώνει / και μιά του ζάφτει εκεί σπαθιά στου κράνου του το γρόμπο. (Ιλιάδα (Μετάφραση Πάλλη)/Γ)”
“ζάφτει σαν νεροφίδα”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.