HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ζάβαλης | Babel Free

Noun CEFR B1
/ˈza.va.lis/

Ορισμοί

  1. ανδρικό επώνυμο
    rare
  2. ταλαίπωρος, φουκαράς, κακομοίρης, δυστυχής
    dated, idiomatic
  3. μορφή του ζάβαλης (με θηλυκό: ζαβάλισσα)
    dated, idiomatic
  4. στις ίδιες σημασίες, καημένος, άμοιρος, αξιολύπητος
    dated

Παραδείγματα

“※ και μονάχοι φταίχτες οι τρεις παλιανθρώποι, που τονε κατατρέξανε το ζάβαλη ([μεταγραφή σε μονοτονικό])”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ζάβαλης used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course