Meaning of ζάβαλης | Babel Free
/ˈza.va.lis/Ορισμοί
-
ανδρικό επώνυμο rare
-
ταλαίπωρος, φουκαράς, κακομοίρης, δυστυχής dated, idiomatic
-
μορφή του ζάβαλης (με θηλυκό: ζαβάλισσα) dated, idiomatic
-
στις ίδιες σημασίες, καημένος, άμοιρος, αξιολύπητος dated
Παραδείγματα
“※ και μονάχοι φταίχτες οι τρεις παλιανθρώποι, που τονε κατατρέξανε το ζάβαλη ([μεταγραφή σε μονοτονικό])”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.