Meaning of ΕΦΚ | Babel Free
Ορισμοί
φόρος ο οποίος επιβάλλεται κατά την αγορά συγκεκριμένων αγαθών, όπως π.χ. τα καύσιμα
Παραδείγματα
“※ «Εκτός κάδρου» θέτει το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης, τουλάχιστον για το επόμενο διάστημα, τη μείωση του ΦΠΑ ή του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (ΕΦΚ) στα καύσιμα ώστε να περιοριστούν οι υπέρμετρες αυξήσεις ιδίως της τιμής της βενζίνης, η τιμή της οποίας έχει ανέλθει σε απαγορευτικά επίπεδα για τη συντριπτική πλειονότητα των καταναλωτών, καθώς καταρρίπτει το ένα μετά το άλλο τα ρεκόρ ακρίβειας.”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.