HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ευνούχος | Babel Free

Noun masculine CEFR C2 Specialized
/evˈnu.xos/

Ορισμοί

  1. άντρας που έχει υποστεί ευνουχισμό, που του έχουν αφαιρέσει χειρουργικά τους όρχεις κατά την προεφηβική ηλικία
  2. ανδρικό επώνυμο
  3. άντρας που είχε υποστεί ευνουχισμό και χρησιμοποιούνταν ως φύλακας του χαρεμιού
    especially

Ισοδύναμα

English Castrated Eunuch

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ευνούχος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course