HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του ευνούχος | Babel Free

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR C2 Specialized
evˈnu.xos

Ορισμοί

  1. άντρας που έχει υποστεί ευνουχισμό, που του έχουν αφαιρέσει χειρουργικά τους όρχεις κατά την προεφηβική ηλικία
  2. ανδρικό επώνυμο
  3. άντρας που είχε υποστεί ευνουχισμό και χρησιμοποιούνταν ως φύλακας του χαρεμιού
    especially

Ισοδύναμα

العربية خصي مخصيّ
Azərbaycan dili axta
বাংলা খাসী
Deutsch Eunuch kastriert
Esperanto eŭnuko kastrito
Español castrado eunuco
Français castré Castre eunuque
Հայերեն ներքինի
日本語
Latina sectarius
Nederlands eunuch gecastreerd
Polski eunuch
Português castrado eunuco
Shqip tredhak
Tagalog basig puhag

Παραδείγματα

Στην αρχαία αυλή ο ευνούχος υπηρετούσε τη βασίλισσα.”

In the ancient court the eunuch served the queen.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ευνούχος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free