ευγένειες
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ευγένεια
accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“Μου έκανε πολλές ευγένειες κατά την επίσκεψη.”
He showed me many courtesies during the visit.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free