Meaning of ερυθρο- | Babel Free
Ορισμοί
- δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο παρουσιάζει ερυθρό χρώμα και το χρώμα του β' συνθετικού
- δηλώνει ότι το β' συνθετικό έχει ερυθρό χρώμα
- που έχει σχέση με την ερυθρά ή υπέρυθρη ακτινοβολία
Παραδείγματα
“π.χ. ερυθρόλευκος (ερυθρός και λευκός, παράβαλε: γαλανόλευκος)”
“π.χ. ερυθρόξανθος (ξανθός με ερυθρή απόχρωση, παράβαλε: πυρρόξανθος)”
“π.χ. ερυθρόδερμος, ερυθρόρρυγχος, ερυθρόστερνος, ερυθρόφθαλμος”
“π.χ. ερυθροθεραπεία”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.