HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of επιμόλυνση | Babel Free

Noun feminine CEFR B2

Ορισμοί

  1. η μόλυνση (πληγής, τροφίμων κλπ) με παθογόνους μικροοργανισμούς από το γειτονικό περιβάλλον
  2. η μόλυνση μιας ουσίας με βλαβερά συστατικά που προέρχονται από το περιβάλλον
  3. η εισαγωγή ξένου DNA σε ένα ευκαρυωτικό κύτταρο, όπως συμβαίνει πχ όταν γειτνιάζουν καλλιέργειες συμβατικών φυτών με καλλιέργειες γενετικά τροποιημένων

Ισοδύναμα

English transfection

Παραδείγματα

“※ καθαρίζουμε προσεκτικά την πληγή και το δέρμα τριγύρω της για να αποφύγουμε την επιμόλυνση”
“※ δεν αφήνουμε στο ψυγείο χαλασμένα τρόφιμα, για να αποφύγουμε την επιμόλυνση των υπόλοιπων τροφών”
“※ η επιμόλυνση του μητρικού γάλακτος με τοξικές ουσίες που μοιάζουν με τα οιστρογόνα”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See επιμόλυνση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course