επικαρπία
Ορισμοί
το δικαίωμα να χρησιμοποιεί κανείς και να καρπώνεται ιδιοκτησία (δίχως να την θίγει) που ανήκει κατά ψιλή κυριότητα σε άλλον
Ισοδύναμα
18 more languages
Ελληνικάεπικαρπώνομαι
Suominautintaoikeus
Galegotenza
Bahasa Indonesiahak pakai hasil
Latviešulietojums
Nederlandsvruchtgebruik
Polskiużytkowanie
Portuguêsusufruto
Românădrept de uz
Русскийузуфру́кт
Svenskanyttjanderätt
ไทยสิทธิเก็บกิน
Türkçeintifa hakkı
中文用益物權
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free