επιθυμητή
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του επιθυμητός
accusative, feminine, nominative, singular, vocative
Παραδείγματα
“Το επιθυμητή αποτέλεσμα επιτεύχθηκε μετά από σκληρή δουλειά.”
The desired result was achieved after hard work.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free