HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of επείσακτος | Babel Free

Adjective CEFR B2

Ορισμοί

  1. ο ξενολάτρης, ξενομανής, που θαυμάζει το ξένο ως καλύτερο του εγχώριου
  2. ο ξενόφερτος, ο ξενοφερμένος, αυτός που εισάγεται

Παραδείγματα

“η ποπ μουσική με αγγλική στιχομυθία είναι μια επείσακτη μορφή πολιτισμού, σημάδι της αμερικανικής πολιτισμικής κυριαρχίας απορρέουσα της παγκόσμιας γεωπολιτικής και οικονομικής πρωτοκαθεδρίας τους”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See επείσακτος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course