Meaning of επείσακτος | Babel Free
Ορισμοί
- ο ξενολάτρης, ξενομανής, που θαυμάζει το ξένο ως καλύτερο του εγχώριου
- ο ξενόφερτος, ο ξενοφερμένος, αυτός που εισάγεται
Παραδείγματα
“η ποπ μουσική με αγγλική στιχομυθία είναι μια επείσακτη μορφή πολιτισμού, σημάδι της αμερικανικής πολιτισμικής κυριαρχίας απορρέουσα της παγκόσμιας γεωπολιτικής και οικονομικής πρωτοκαθεδρίας τους”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.