Meaning of επίθημα | Babel Free
/eˈpi.θi.ma/Ορισμοί
- παράθημα (ή πρόσφυμα) το οποίο προστίθεται στο τέλος της ρίζας μιας λέξης για την παραγωγή μιας νέας λέξης
- αρχιτεκτονικό στοιχείο σε σχήμα πυραμίδας το οποίο τοποθετούνταν στο πάνω μέρος ενός κιονόκρανου
- συμβολοσειρά που αποτελείται από έναν ή περισσότερους συνεχόμενους χαρακτήρες από το τέλος (δεξιό τμήμα) μιάς συμβολοσειράς (string)
Ισοδύναμα
English
Suffix
Παραδείγματα
“είδη επιθημάτων:”
“Νεοελληνικές λέξεις κατά επίθημα στο Βικιλεξικό”
“Στην συμβολοσειρά: "Hello", οι συμβολοσειρές: "o", "lo", "llo" και "ello", είναι επιθήματα”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.