HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of επίδικος | Babel Free

Adjective feminine CEFR B2

Ορισμοί

  1. που βρίσκεται στην κρίση του δικαστηρίου, για υπόθεση, δικαίωμα ή πράγμα του οποίου η νομική τύχη δεν έχει ακόμη κριθεί, επειδή εκκρεμεί ενώπιον αρμόδιου δικαστηρίου
  2. που διεκδικείται στο δικαστήριο, σε δίκη, που χαρακτηρίζει αντικείμενο ή αξίωση που αποτελεί αντικείμενο δικαστικής διεκδίκησης μεταξύ αντιδίκων
  3. που αναφέρεται σε ζήτημα ή θέμα που έχει προκαλέσει έντονη διαφωνία ή σύγκρουση απόψεων, ανεξάρτητα από την ύπαρξη δικαστικής διαδικασίας

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See επίδικος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course