επέτρεψαν
Ορισμοί
γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτρέπω
Παραδείγματα
“Οι γονείς μου δεν μου επέτρεψαν να βγω απόψε.”
My parents did not allow me to go out tonight.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free