HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of εξάτμιση | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. το φυσικό φαινόμενο της εξαέρωσης κατά το οποίο μετατρέπεται σε αέριο μόνο η επιφάνεια του υγρού
  2. απαγωγό εξάρτημα κινητήρα εσωτερικής καύσης από το οποίο αποβάλλονται τα αέρια υπόλοιπα της καύσης

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“※ Η ακριβώς αντίστροφη αλλαγή από την αέρια στην υγρή φάση, καλείται υγροποίηση και αποδίδει την ίδια λανθάνουσα θερμότητα που απορροφήθηκε κατά την εξαέρωση ή εξάτμιση (Ν. Παλικαράκης, Γ. Νικηφορίδης, Φυσική με εφαρμογές στις επιστήμες υγείας, τομ. 3, Πανεπιστήμιο Πατρών, 1986, σελ. 122)”
“※ Περπάτησε βιαστική ως τη διεύθυνση που της έδωσε ο Λουκάς, ανάμεσα σε θορύβους και πρωινές εξατμίσεις του κέντρου, μηχανάκια, πεζοδρόμια φαγωμένα και αλεσμένα στην καθημερινή πολυάσχολη κίνηση μιας εργάσιμης μέρας (Σοφία Γιαννάτου, Καΐκια στην άσφαλτο, εκδ. Νεφέλη, 2007, σελ. 311)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See εξάτμιση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course