ενισχυτές
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ενισχυτής
accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“Οι ενισχυτές του ήχου ήταν πολύ ισχυροί για τη μικρή αίθουσα.”
The sound amplifiers were too powerful for the small room.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free