ενάγουσα
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ενάγων
accusative, feminine, nominative, singular, vocative
Παραδείγματα
“Η ενάγουσα κατέθεσε αγωγή κατά της εταιρείας.”
The plaintiff filed a lawsuit against the company.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free