εμφανές
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του εμφανής
accusative, neuter, nominative, singular, vocative
Παραδείγματα
“Το πρόβλημα έγινε εμφανές μόλις ξεκίνησε η δοκιμή.”
The problem became evident as soon as the test started.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free