Meaning of ελβιέλα | Babel Free
/el.viˈe.la/Ορισμοί
πάνινο αθλητικό παπούτσι με λαστιχένια σόλα
neologism
Παραδείγματα
“※ Σηκώθηκε όρθιος και πιέζοντας τις ελβιέλες τις πέταξε από τα πόδια του, το ξεκούμπωσε κι έβγαλε από τα δυο του πόδια το παντελόνι που φορούσεˈ' (Πέτρος Κουτσιαμπασάκος, Πόλη παιδιών, 2016)”
“※ Σφύριζε ανέμελα την «Καλίνκα», διπλώνοντας μπλουζάκια και πουλόβερ και στριμώχνοντας τις ελβιέλες του στο σακ βουαγιάζ (Λένα Διβάνη, Εργαζόμενο αγόρι, 2000)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.