HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του ελβετικό | Babel Free

Επίθετο CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. αιτιατική ενικού του ελβετικός
    accusative, singular
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ελβετικός
    accusative, neuter, nominative, singular, vocative

Παραδείγματα

“Το ελβετικό ρολόι λειτουργεί με απόλυτη ακρίβεια.”

The Swiss watch works with absolute precision.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ελβετικό σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free