Meaning of ελαϊκός | Babel Free
Ορισμοί
- που έχει σχέση ή αναφέρεται στην ελιά (ελαιόδεντρο, ελαιόκαρπο, ελαιόλαδο)
- που έχει σχέση ή αναφέρεται σε χημικές ενώσεις που βρίσκονται σε έλαια ή λίπη
- ελαϊκή: είδος τυριού που συντηρείται στο λάδι
Παραδείγματα
“Προτάσεις για την ελαϊκή πολιτική επεξεργάζεται ο Σύνδεσμος Ελαιοκομικών Δήμων Κρήτης.”
“Η ελαϊκή μονοαιθανολαμίνη (monoethanolamine oleate) είναι ένα ήπιο σκληρυντικό. Το ένα συνθετικό της, το ελαϊκό οξύ είναι...”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.