εκκοσμίκευση
Ορισμοί
η διαδικασία μετατροπής μιας κοινωνίας στηριγμένης σε μεγάλο βαθμό σε συγκεκριμένες θρησκευτικές αξίες και κανόνες σε μια κοινωνία κοσμική, άθρησκη, βασιζόμενη σε κοσμικές αξίες και θεσμούς
Ισοδύναμα
19 more languages
Bosanskiсекуларизација
Catalàsecularització
Galegosecularización
עבריתחילון
Hrvatskiсекуларизација
Magyarszekularizáció
Bahasa Indonesiasekularisasi
Italianosecolarizzazione
日本語世俗化
ქართულისეკულარიზაცია
Nederlandssecularisatie
Portuguêssecularização
Русскийсекуляриза́ция
Српскисекуларизација
Українськасекуляризація
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free