εκβάθυνση
Ορισμοί
η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκβαθύνω, οι εργασίες που γίνονται για να γίνει ένας χώρος βαθύτερος
Ισοδύναμα
12 more languages
العربيةتجريف
Catalàdragatge
DeutschVertiefung
Bahasa Indonesiapendalaman
Italianodragaggio
한국어심화
Latinaexaltans
Nederlandsverdieping
Polskipogłębiarka
Portuguêsdragagem
Παραδείγματα
“εκβάθυνση κοίτης ποταμού”
“άρχισαν οι εργασίες εκβάθυνσης του λιμανιού, ώστε να ελλιμενίζονται πλοία μεγάλου βυθίσματος”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free