Meaning of εισαχθείς | Babel Free
Ορισμοί
-
μετοχή παθητικού αορίστου του ρήματος εισάγω formal
-
που του έγινε εισαγωγή formal
- β' πρόσωπο ενικού του παθητικού εξαρτημένου τύπου του ρήματος εισάγω
-
που έχει εισαχθεί στο χρηματιστήριο, ο εισηγμένος formal
Παραδείγματα
“οι εισαχθέντες στα ΑΕΙ φέτος...”
“Οι εισαχθέντες στη Γ Παθολογική κλινική του νοσοκομείου από το τμήμα των επειγόντων περιστατικών έφτασαν χθες τους 18.”
“εισαχθέντα είδη/στοιχεία/προϊόντα”
“έλεγχος ορθότητας του εισαχθέντα κωδικού”
“Άρειος Πάγος: Εισαχθείσες, περατωθείσες, εκκρεμείς υποθέσεις”
“Εισαχθείσες εταιρείες”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.