Meaning of εισηγμένος | Babel Free
Ορισμοί
- που έχει εισαχθεί από το εξωτερικό, ξενόφερτος
- που έχει εισαχθεί στο χρηματιστήριο
Παραδείγματα
“εισηγμένο προϊόν/όρος εισηγμένος από... (άλλη γλωσσα)”
“εισηγμένη εταιρία/μετοχή”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.