ειρηνικές
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειρηνική
accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“Οι δύο χώρες διατήρησαν ειρηνικές σχέσεις για δεκαετίες.”
The two countries maintained peaceful relations for decades.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free