HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ειδύλλια

Ουσιαστικό CEFR B2
i.ðiˈli.a

Ορισμοί

  1. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ειδύλλιο
    accusative, nominative, plural, vocative
  2. ονομασία πρώην δήμου και νυν δημοτικής ενότητας της Αττικής

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ειδύλλια σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free