εδραιώνω
Ορισμοί
δίνω σε κάτι σταθερές βάσεις, κάνω κάτι σταθερό, σίγουρο, το στερεώνω, το σταθεροποιώ
Ισοδύναμα
15 more languages
Gàidhligdaingnich
日本語集約
Te Reo Māoriwhakatōpū
Portuguêsconsolidar
Türkçesağlamlaştırmak
Tiếng Việtkiện toàn
中文一體化
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free