Meaning of εγκόλπωση | Babel Free
Ορισμοί
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εγκολπώνομαι
- κοιλότητα ή πτύχωση
Παραδείγματα
“※ Το σχέδιο των Κλεάνθη - Schaubert ταίριαζε σε μια ρωμαϊκού τύπου εγκόλπωση της νεοκλασικής αισθητικής, ενώ του Klenze ταίριαζε σε μια εγκόλπωση πιο αθηναϊκή, με πιο ήπια και γραφική αισθητική. (Αθήνα, πρωτεύουσα του νέου ελληνικού κράτους: πολιτική, ιδεολογία και χορός, Δημήτρης Μαρτός, Γόρδιος, 2005, σελ. 380)”
“άλλες μορφές: κόλπωση”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.