εγκεφαλική
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του εγκεφαλικός
accusative, feminine, nominative, singular, vocative
Παραδείγματα
“Ο παππούς μου έπαθε εγκεφαλική αιμορραγία.”
My grandfather suffered a cerebral hemorrhage.
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free