Meaning of Εγγλέζος | Babel Free
/eŋˈɡlezos/Ορισμοί
- που κατάγεται από την Αγγλία, ο Άγγλος
-
που είναι πάντα στην ώρα του, που είναι απόλυτα συνεπής και ακριβής στα ραντεβού του figuratively
Ισοδύναμα
English
English
Παραδείγματα
“είναι εγγλέζος στα ραντεβού του”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.