Meaning of εγένετο | Babel Free
/eˈʝe.ne.to/Ορισμοί
παλιότερος τύπος του έγινε, γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του ρήματος γίνομαι
formal
Παραδείγματα
“στη φράση της Παλαιάς Διαθήκης: «εγένετο φως» καὶ εἶπεν ὁ Θεός· γενηθήτω φῶς· καὶ ἐγένετο φῶς (Γένεσις, κεφάλαιο α΄)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.