Meaning of εγέρασε | Babel Free
/eˈʝe.ɾa.se/Ορισμοί
παλιότερος τύπος του γέρασε, γ' πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του ρήματος γερνάω / γερνώ
Παραδείγματα
“ο λύκος κι αν εγέρασε...”
“πολυτονική γραφή: ἐγέρασε στα παλιότερα κείμενα”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.