δύστυχη
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δύστυχος
accusative, feminine, nominative, singular, vocative
Παραδείγματα
“Η δύστυχη γυναίκα έχασε τα πάντα στην πυρκαγιά.”
The wretched woman lost everything in the fire.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free