Meaning of δόμημα | Babel Free
Ορισμοί
κατασκευασμένο υλικό σύνολο με οργανωμένη δομή και σταθερή μορφή, το οποίο προκύπτει από πράξη δόμησης και λειτουργεί ως ενιαία αρχιτεκτονική ή τεχνική οντότητα
formal, rare
Παραδείγματα
“※ Στη νέα αυτή διαλεκτική σχέση υπαίθριων χώρων και κτηίων, το νέο δόμημα θα έχει χαμηλό ύψος, ώστε να ανταποκρίνεται στην κλίμακα των παιδιών, αλλά και να υποχωρεί στην κεντροβαρική, εμβληματική παρουσία του ιστορικού κτίσματος. (Έπαινος: Ελένειον Δημόσιο Νηπιαγωγείο, Σύλλογος Αρχιτεκτόνων Κύπρου, 10/04/2024 https://architecture.org.cy/epainos-eleneion-dimosio-nipiagogeio/)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.