HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of δόγα | Babel Free

Noun CEFR B1

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο
  2. καμπυλωμένη λωρίδα ξύλου, μακρόστενη σανίδα, όπου πολλές μαζί κολλητά η μια με την άλλη χρησιμοποιούνται σε διάφορες κατασκευές, όπως σκαφών, βαρελιών ή των αντηχείων ορισμένων μουσικών οργάνων (μπουζούκι, μπαγλαμάς κ.ά.)

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See δόγα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course