Ορισμοί
-
γυναικείο επώνυμο
-
καμπυλωμένη λωρίδα ξύλου, μακρόστενη σανίδα, όπου πολλές μαζί κολλητά η μια με την άλλη χρησιμοποιούνται σε διάφορες κατασκευές, όπως σκαφών, βαρελιών ή των αντηχείων ορισμένων μουσικών οργάνων (μπουζούκι, μπαγλαμάς κ.ά.)
Ισοδύναμα
6 more languages
Παραδείγματα
“Η κυρία Δόγα ήρθε πρώτη στον αγώνα δρόμου.”
Mrs. Doga came first in the running race.
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο
Δείτε τη λέξη δόγα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.
Ξεκινήστε δωρεάν
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing.
Collaborate with Babel Free