Meaning of δόγα | Babel Free
Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- καμπυλωμένη λωρίδα ξύλου, μακρόστενη σανίδα, όπου πολλές μαζί κολλητά η μια με την άλλη χρησιμοποιούνται σε διάφορες κατασκευές, όπως σκαφών, βαρελιών ή των αντηχείων ορισμένων μουσικών οργάνων (μπουζούκι, μπαγλαμάς κ.ά.)
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.