δωροδοκία
Ορισμοί
το να δίνει κάποιος παρανόμως χρήματα ή άλλη αμοιβή σε κάποιον αξιωματούχο ή υπάλληλο για να παραβεί τους νόμους ή τους κανονισμούς της υπηρεσίας του
Ισοδύναμα
26 more languages
العربيةرشوة
Българскиподкупване
Češtinaúplatkářství
DeutschBestechung
Ελληνικάδωροληψία
Esperantosubaĉetado
Suomilahjonta
Gaeilgebreabaireacht
Latinalargitio
मराठीलाचखोरी
Bahasa Melayurasuah
Portuguêssuborno
Русскийвзяточничество
Slovenčinaúplatkárstvo
ไทยอามิสสินจ้าง
Türkçerüşvet
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free