Σημασία του δωροδοκία | Babel Free
Ορισμοί
το να δίνει κάποιος παρανόμως χρήματα ή άλλη αμοιβή σε κάποιον αξιωματούχο ή υπάλληλο για να παραβεί τους νόμους ή τους κανονισμούς της υπηρεσίας του
Ισοδύναμα
العربية
رشوة
Български
подкупване
Čeština
úplatkářství
Deutsch
Bestechung
Ελληνικά
δωροληψία
Esperanto
subaĉetado
Suomi
lahjonta
Français
corruption
Gaeilge
breabaireacht
Latina
largitio
मराठी
लाचखोरी
Bahasa Melayu
rasuah
Português
suborno
Русский
взяточничество
Slovenčina
úplatkárstvo
ไทย
อามิสสินจ้าง
Türkçe
rüşvet
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free