Meaning of δυσβίωση | Babel Free
/ðiˈsvi.o.si/Ορισμοί
ανισορροπία ή διαταραχή της σύνθεσης των μικροοργανισμών (βακτηρίων, μυκήτων, ιών κ.λπ.) που βρίσκονται σε έναν οργανισμό, κυρίως στο έντερο, αλλά και σε άλλες περιοχές όπως το δέρμα, το στόμα ή τον κόλπο, που μπορεί να προκληθεί από παράγοντες όπως η διατροφή, η χρήση αντιβιοτικών, οι χρόνιες παθήσεις και άλλοι περιβαλλοντικοί παράγοντες
Ισοδύναμα
English
dysbiosis
Παραδείγματα
“※ θα αναφερθούμε στην ανισορροπία του μικροβιώματος (δυσβίωση) που απορυθμίζει^([sic απορρυθμίζει]) τον οργανισμό και σχετίζεται με διάφορες ασθένειες, […]”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.