HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

δροσιστικό

Επίθετο CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. αιτιατική ενικού του δροσιστικός
    accusative, singular
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του δροσιστικός
    accusative, neuter, nominative, singular, vocative

Παραδείγματα

“Το καλοκαίρι πίνω πάντα ένα δροσιστικό ρόφημα.”

In the summer I always drink a refreshing beverage.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη δροσιστικό σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free