HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του δοτική | Babel Free

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1
ðo.tiˈci

Ορισμοί

μια από τις πτώσεις των ονομάτων σε διάφορες γλώσσες όπως τα αρχαία ελληνικά, τα λατινικά, τα γερμανικά κλπ· συχνά δηλώνει το πρόσωπο στο οποίο καταλήγει η ενέργεια του ρήματος, αλλά χρησιμοποιείται επίσης για τη δήλωση επιρρηματικών εννοιών και μετά από συγκεκριμένες προθέσεις

Ισοδύναμα

العربية مفعول لأجله
Беларуская давальны
Български дателен
Bosanski dativ
Cymraeg dadiol derbyniol
Dansk dativ
Deutsch Dativ Dativ- dativisch Wemfall
English dative Dative
Esperanto dativo
Español dativo
Euskara datibo
Français datif datif dative
Gaeilge tabharthach
Hrvatski dativ
Հայերեն տրական
Bahasa Indonesia datif
Italiano dativo dativo
日本語 与格
ქართული მიცემითი
Latina dativus
Português dativo
Română dativ
Српски dativ
Svenska dativ
Українська глухому давальний

Παραδείγματα

“Στις φράσεις «δόξα τω Θεώ», «τοις μετρητοίς» έχουμε επιβίωση στα νέα ελληνικά μιας αρχαίας δοτικής.”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη δοτική σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free