HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

δολομίτης

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR B2
ðo.loˈmi.tis

Ορισμοί

  1. ανθρακικό ορυκτό του ασβεστίου και του μαγνησίου, όμοιο με μάρμαρο
  2. πέτρωμα που περιέχει κυρίως δολομίτη

Ισοδύναμα

17 more languages
Bosanskidolomit
Češtinadolomit
Esperantodolomito
Hrvatskidolomit
Bahasa Indonesiadolomit
Қазақ тілідоломит
한국어백운암
Nederlandsdolomiet
Polskidolomit
Српскиdolomit
Українськадоломіт

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη δολομίτης σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free