διτυπία
Ορισμοί
η παράλληλη χρήση δύο διακριτών μορφολογικών τύπων για την ίδια λέξη, οι οποίοι συνήθως συνυπάρχουν στο ίδιο γλωσσικό σύστημα και διαφοροποιούνται ανάλογα με το υφολογικό επίπεδο ή την ιστορική τους προέλευση
Ισοδύναμα
EnglishDoublet
Παραδείγματα
“Η συστηματική διτυπία (πχ ερωτώ / ρωτώ) που παρατηρείται σε πολλά κείμενα —όπου ο ίδιος όρος εμφανίζεται ταυτόχρονα στην αρχαΐζουσα και τη δημώδη μορφή του— αποτελεί πολύτιμο τεκμήριο για τη μελέτη της γλωσσικής εξέλιξης.”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free