διπλές
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διπλή
accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“Φόρεσε τις διπλές κάλτσες γιατί έκανε κρύο.”
He wore the double socks because it was cold.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free