δικηγορική
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δικηγορικός
accusative, feminine, nominative, singular, vocative
Παραδείγματα
“Άνοιξε το δικό της δικηγορική εταιρεία στο κέντρο.”
She opened her own law firm in the city center.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free