Meaning of διγαμία | Babel Free
Ορισμοί
- , (θρησκεία), (νομικός όρος): οικογενειακή παρούσα κατάσταση κατά την οποία κάποιος έχει δύο συζύγους, είναι παντρεμένος με δύο άτομα ταυτόχρονα
- η απόκτηση δεύτερου συζύγου, η κατάληξη στην παραπάνω κατάσταση, χωρίς να έχει λυθεί ο πρώτος γάμος
Ισοδύναμα
English
Bigamy
Παραδείγματα
“η διγαμία θεωρείται έγκλημα στις περισσότερες δυτικές χώρες και προσβάλλεται από δύο μονοθεϊστικές θρησκείες”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.