Meaning of διαολιά | Babel Free
Ορισμοί
- χαρακτηρισμός για μικρά με ζωηρή, άτακτη ή απείθαρχη συμπεριφορά, με παιγνιώδη ή επιεικώς επιτιμητική διάθεση
- η διαβολιά
- ονομασία αντικειμένων ή συσκευών που προκαλούν εκνευρισμό λόγω δυσλειτουργίας, πολυπλοκότητας ή απρόβλεπτης χρήσης
- εσωτερικές παρορμήσεις, ιδιοτροπίες ή ψυχικές εντάσεις που οδηγούν σε έντονη ευερεθιστότητα ή θυμό, κυρίως σε παγιωμένες φράσεις
Παραδείγματα
“※ […] ενώ λυσσάγανε τέσσερα διαόλια μες στα πόδια του και εκατό Αμερικάνοι της Βάσης ένα γύρω χαλούσαν τον κόσμο με τα κασετόφωνα και τις ρακέτες, αυτός σαν αποξεχασμένος και ξεμοναχιασμένος με τα Γκωλουάζ του και την απαίσια μυρωδιά τους που στενοχωρούσε τα κρινάκια.”
“※ […] Ο άτιμος ο γαμπρός του, όσο απωθητικός ήταν όταν τον έπιαναν τα διαόλια του, τόσο μαγευτικός γινόταν όταν έπιανε να παίζει ούτι και να τραγουδάει.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.