διακόπτης
Ορισμοί
εξάρτημα που διακόπτει ή αποκαθιστά τη συνέχεια ηλεκτρικού κυκλώματος και επομένως την κίνηση του ηλεκτρικού ρεύματος
Ισοδύναμα
18 more languages
Češtinavolič
DeutschSelektor
Ελληνικάεπιλογέας
Bahasa Indonesiapemilih
Nederlandskiesschijf
Românăîntrerupător
Svenskaströmbrytare
Türkçeselektör
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free