HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

διακόπτης

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR C2 Standard
ði.aˈko.ptis

Ορισμοί

εξάρτημα που διακόπτει ή αποκαθιστά τη συνέχεια ηλεκτρικού κυκλώματος και επομένως την κίνηση του ηλεκτρικού ρεύματος

Ισοδύναμα

18 more languages

Παραδείγματα

“Πάτησα τον διακόπτη κι άναψε το φως.”

I pressed the switch and the light came on.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη διακόπτης σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free