HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

διάλεκτος

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
ðiˈa.le.ktos

Ορισμοί

  1. γλωσσική ποικιλία που ομιλείται από μεγάλο αριθμό ομιλητών και διαφέρει σημαντικά από την κοινή γλώσσα, τόσο που οι διαφορές εμποδίζουν την κατανόηση από ομιλητές της γλώσσας που δεν προέρχονται από τη συγκεκριμένη περιοχή
  2. ανδρικό επώνυμο
  3. οι κατά τόπους μορφές μιας γλώσσας
    general

Ισοδύναμα

10 more languages
Българскинаречие
Esperantodialekto
Suomimurre
Polskidialekt
Portuguêsdialeto
Русскийнаречие
Slovenčinanárečie
Türkçelehçe

Παραδείγματα

“※ Διαλέκτους θεωρούμε σήμερα την Ποντιακή (στην οποία συμπεριλαμβάνονται τα ελληνικά της Κριμαίας - Μαριούπολης), την Καππαδοκική, την Τσακωνική και την Κατωιταλική. Όλες τις άλλες κατά τόπους διαφοροποιήσεις της Κοινής Νεοελληνικής τις ονομάζουμε ιδιώματα. Ειδικά, το κρητικό και το κυπριακό ιδίωμα τα ονομάζουμε, κατά παραχώρηση, διαλέκτους, αναγνωρίζοντας έτσι μια ενδιάμεση βαθμίδα γλωσσικής διαφοροποίησής τους.”
“※ Τις κατά τόπους μορφές της Νέας Ελληνικής γλώσσας τις ονομάζουμε κοινώς διαλέκτους, στη γλωσσική όμως επιστήμη γίνεται ειδικότερη διάκριση ανάμεσα σε διάλεκτο (όταν οι διαφορές της τοπικής γλωσσικής παραλλαγής από τη Κοινή Νεοελληνική είναι μεγάλες και τέτοιες που με δυσκολία παρακολουθεί το νόημα του λόγου ένας ομόγλωσσος που δεν είναι ντόπιος) και σε ιδίωμα (όταν οι διαφορές είναι μεν αισθητές, αλλά δεν δυσκολεύουν την κατανόηση των λεγομένων από τους ομόγλωσσους που δεν είναι ντόπιοι).”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη διάλεκτος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free