δεχόσαντε
Ορισμοί
προφορικός συνήθως τύπος του δέχονταν, γ' πρόσωπο πληθυντικού οριστικής παρατατικού του ρήματος δέχομαι
vulgar
Παραδείγματα
“※ στους δρόμους και στα εργοστάσια, παντού δεχόσαντε την επίθεση των συντρόφων τους (από τη μετάφραση στα ελληνικά, από την Αγγελική Φιλιππάτου, της Σιδερένιας Φτέρνας του Τζακ Λόντον (Αθήνα: Νέα Σύνορα-Λιβάνης, 1980 [επανέκδ. 1991: ISBN 960-236-175-1]), σ. 194)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free