Meaning of δερβίσης | Babel Free
/ðeɾˈvi.sis/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- άλλη μορφή του ντερβίσης
Ισοδύναμα
English
Dervish
Παραδείγματα
“※ Ὁ Δερβίσης μὲ τὸ σαρίκι του, μὲ τὸν τσουμπέν του, μὲ τὸν δουλαμάν του, ἐπῆρε τὸ τσιμπούκι του, τὸ νάι του, κ' ἔφυγε. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ο ξεπεσμένος δερβίσης)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.